BSA: Πειρατεία «ένα παιχνίδι μετάθεσης ευθυνών» που θέτει σε κίνδυνο τις ελληνικές επιχειρήσεις

Οι δικαιολογίες που προβάλλονται για τη χρήση λογισμικού χωρίς άδεια, αποκαλύπτουν ότι στην Ελλάδα οι επιχειρηματίες και η ανώτερη διοίκηση αγνοούν ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη χρήση νόμιμου λογισμικού
Η Business Software Alliance (BSA) αποκαλύπτει πως όταν οι διευθυντές των επιχειρήσεων ερωτώνται γιατί στην εταιρία τους γίνεται χρήση λογισμικού χωρίς άδεια, η απάντηση που συνήθως δίνουν είναι ότι «αυτό είναι σφάλμα κάποιου άλλου». Εκείνοι που κατηγορούνται τις περισσότερες φορές στις περιπτώσεις παραβίασης της νομοθεσίας για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων είναι οι υπεύθυνοι πληροφορικής, το προσωπικό και οι προμηθευτές.
Οι πέντε πιο συνηθισμένες δικαιολογίες που χρησιμοποιούνται από τις διοικήσεις των επιχειρήσεων για τη χρήση λογισμικού χωρίς άδεια στις περιοχές της Ευρώπης της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής είναι οι εξής:

1. Είναι σφάλμα ή/και ευθύνη κάποιου άλλου.

2. Επεκταθήκαμε / συγχωνευθήκαμε / αποκτήσαμε άλλη επιχείρηση και ξεχάσαμε να αγοράσουμε περισσότερες άδειες.

3. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για το θέμα.

4. Οι άδειες είναι πάρα πολύ ακριβές για να τις αγοράσει η επιχείρησή μας.

5. Απλώς δοκιμάζαμε το λογισμικό και ξεχάσαμε να το απεγκαταστήσουμε.

«Είναι νομική ευθύνη του ιδιοκτήτη της επιχείρησης, του διευθύνοντος συμβούλου ή του διευθυντή να εξασφαλίσει ότι το λογισμικό που χρησιμοποιείται στην επιχείρηση είναι νόμιμο και δεν παραβαίνει το νόμο περί προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων και οι διευθυντές των επιχειρήσεων δεν πρέπει να το αγνοούν αυτό» εξηγεί η Sarah Coombes, Διευθύντρια Νομικών Θεμάτων ΕΜΕΑ, της BSA.
Εντούτοις, η BSA δεν θεωρεί τη διαχείριση πόρων λογισμικού ως ένα αμιγώς νομικό ζήτημα και ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να την υιοθετήσουν ως βασικό συστατικό για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης τους. Η διαχείριση πόρων λογισμικού συμβάλλει βοηθώντας τις επιχειρήσεις έτσι ώστε να διασφαλίσουν αφ’ ενός ότι το λογισμικό που χρησιμοποιούν είναι νόμιμο, και αφ’ ετέρου να εξάγεται η μέγιστη επιχειρησιακή αξία εξάγεται από τους πόρους λογισμικού που επενδύονται.
«Το λογισμικό αποτελεί ένα σημαντικό επιχειρησιακό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα – μαζί με τα τμήματα υλικού, τα αποθηκευμένα δεδομένα και το προσωπικό. Η μηχανοργάνωση είναι ένα κρίσιμο επιχειρησιακό εργαλείο και για το λόγο αυτό η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση της θα πρέπει να αποτελεί ζήτημα επιπέδου διοίκησης. Καμία επιτυχημένη επιχείρηση «δεν θα ξεχνούσε» να προσλάβει νέο προσωπικό κατά τη διάρκεια μιας περιόδου επέκτασης. Με τον ίδιο λόγο γιατί «να ξεχάσει» να επενδύσει στο λογισμικό της; Η τάση να θεωρείται οτιδήποτε σχετικό με την πληροφορική ως «τεχνικό» ζήτημα και όχι ως επιχειρησιακό πρέπει να αλλάξει εάν οι επιχειρήσεις θέλουν να εξασφαλίσουν ότι χρησιμοποιούν το λογισμικό τους αποδοτικά, αποτελεσματικά και νόμιμα».
Οι επιχειρήσεις που δεν καταγράφουν το λογισμικό και τις άδειες τους, ενδέχεται να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα απ ό, τι χρειάζεται για την αγορά περισσότερων αδειών από αυτές που πραγματικά απαιτούνται και επιπλέον δεν καταφέρνουν να αναγνωρίσουν το ύποπτο λογισμικό που καταφορτώνουν από το Διαδίκτυο και το οποίο μπορεί να περιέχει ιούς ή κακόβουλο λογισμικό.

BSA Hellas